Ισίδωρος Ζουργός «Ανεμώλια» ✿*¨*•.¸¸✿


img_0236Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά το θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά.
Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά.
Πού πάνε όλα αυτά μετά το θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.

img_0237Καθώς έπεφτε ο πρωινός ήλιος στα παράθυρα, έφεξε και στα πρώτα θρανία των κοριτσιών. Τότε την είδαμε από πίσω να έχει ανασηκώσει τα μακριά ξανθά μαλλιά της και να τα έχει στερεώσει ψηλά μ’ ένα μολύβι. Είχε αποκαλυ­φθεί ο λαιμός, ο τράχηλος της ο μαρμάρινος, κάτι λεπτές τρίχες, καθώς δεν είχαν μαζευτεί απ’ τα χεράκια της, έμε­ναν μετέωρες, χρυσοί στήμονες στο ηλιόφως. Τα μακριά της δάχτυλα άφησαν τα μαλλιά κι ακούμπησαν μπροστά στο θρανίο, μαζεύτηκαν υπάκουα και κρύφτηκαν σαν τον σκαντζόχοιρο. Ο λαιμός της έκανε ύστερα μια δυο ανεπαί­σθητες κινήσεις, για να ελευθερώσει μια χρυσή αλυσίδα που είχε λίγο σκαλώσει στον γιακά, κι ύστερα έμεινε ακί­νητος στηρίζοντας το θεϊκό κεφάλι, που χάζευε αμέριμνα στον χάρτη λιθάρια και κοτρώνες.
Μείναμε έτσι ακίνητοι να θαυμάζουμε ό,τι αιχμαλώτιζε πρωί πρωί ο φαέθων ήλιος. Ύστερα από τριάντα τόσα χρό­νια μπορώ τώρα να το γράψω: ήθελα τότε να χύσω στο πά­τωμα άλικο κρασί και με το δάχτυλο πάνω στα μάρμαρα να γράψω τ’ όνομα της….

img_0238Το αντρικό μοιρολόι δεν το ‘χει μελετήσει κανείς. Λαογρά­φοι, μουσικοί κι ανθρωπολόγοι σήκωσαν τους ώμους αδιά­φορα και προσπέρασαν. 0 αντρικός θρήνος πριν απ’ τον τάφο είναι ένας πολιτισμός ολόκληρος, αθέατος όμως, μόνο κουκούτσια και σπαράγματα μπορείς να βρεις ακούγοντας τα λόγια των γερόντων στο καφενείο. Οι άντρες θρηνούν μέσα τους, βαθιά στις εγωιστικές τους κρύπτες, θρηνούν για την αιωνιότητα των στιγμών τους που τις πίστεψαν, θρηνούν για λέξεις θηλυκές που τους ξεγέλασαν, αθανασία, παντοτινότητα. 0 αντρικός θρήνος είναι αποχαιρετισμός και ελεγεία, βρισιά, ροχάλα και μίσος για την ανάσταση που αργεί. Είναι ένας θρήνος βαρετός χωρίς τσεμπέρια και δάχτυλα που σφίγγονται σπαρακτικά, βουβός, που τον δια­κόπτει καμιά φορά το χλιμίντρισμα απ’ το άλογο του πε­θαμένου που περιμένει μόνο του έξω απ’ τον στάβλο.

✲ ღ ✿¸¸.•*`*✲ ღ ✲

Ισίδωρος Ζουργός | Ανεμώλια
( «Ανεμώλια» στη γλώσσα του Ομήρου είναι τα λόγια του ανέμου, τα ανώφελα, τα επιπόλαια.)
.
http://nearhouparaplous.blogspot.gr

Advertisements
This entry was posted in ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

2 Responses to Ισίδωρος Ζουργός «Ανεμώλια» ✿*¨*•.¸¸✿

  1. Ο/Η Μαρία λέει:

    ✿ ✫¸.•°*”˜˜”*°•.✫ ✫✫¸✿ .•°*”˜˜”*°•.✫ ✫✫¸.•°*”˜˜”*°•.✫ ✫ ✿

    Εγώ είμαι η αδάμαστη γαζέλα σου,
    ο κεραυνός που σχίζει το φως στο στήθος σου
    Εγώ είμαι ο άνεμος ο ανήμερος στο βουνό
    και η κάψα η πυκνωμένη της φωτιάς του πεύκου.
    Εγώ τις νύχτες σου θερμαίνω,
    ανάβοντας ηφαίστεια στα δυο μου χέρια,
    μουσκεύοντας τα μάτια σου με τον καπνό των κρατήρων μου.
    Εγώ ήρθα σε σένα ντυμένη την βροχή και την μνήμη,
    γελώντας το γέλιο το αναλοίωτο των χρόνων.
    Εγώ ο δρόμος ο ανεξερεύνητος,
    το φως που διαλύει τα σκοτάδια.
    Εγώ αστέρια αποθέτω ανάμεσα στη σάρκα τη δική σου και δική μου
    και σε διατρέχω ολόκληρο,
    δρομάκι το δρομάκι,
    με την αγάπη μου ανυπόδητη,
    και το φόβο μου ανένδυτο.
    Εγώ είμαι ένα όνομα που τραγουδά και το ερωτεύεσαι
    από την άλλη την πλευρά του φεγγαριού,
    είμαι η προέκταση του χαμόγελου και του κορμιού σου όλου.
    Εγώ είμαι κάτι που αυξάνει,
    κάτι που γελάει και κλαίει.
    Εγώ,
    που σ’ αγαπώ.

    ✫¸.•°*”˜˜”*°•.✫ ✫✫¸.•°*”˜˜”*°•.✫ ✫✫¸.•°*”˜˜”*°•.✫ ✫

    gioconda belli

    Εγώ που σ’ αγαπώ (Yo, la que te quiere)

    ~❈ღ✽ღ❈~ .¸.•*’ ¨✿ .¸.•*’ ¨✿

  2. Ο/Η Μαρία λέει:

    ღஐ✿Ƹ̵̡Ӝ̵̨̄Ʒ✿ஐღ ✽ ❤ ✽ ღஐ✿Ƹ̵̡Ӝ̵̨̄Ʒ✿ஐღ

    Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
    Μη ρωτάς γιατί περιμένει εκείνος
    Που δεν έχει τι να περιμένει
    Και όμως περιμένει.

    Γιατί σαν πάψει να περιμένει
    Είναι σα να παύει να βλέπει
    Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
    Να παύει να ελπίζει
    Σα να παύει να ζει.

    Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
    Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
    Χωρίς να είσαι ναυαγός
    Ούτε σωτήρας
    Παρά ναυάγιο…

    Μενέλαος Λουντέμης

    ❤ ✽¸¸.•*`*•♥ ✽¸¸.•*`*•♥

Σχολιάστε!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s