Νίκος Καζαντζάκης: Επιστολές 🌿


imageΠαρίσι, 1 Οκτωβρίου 1907

Αγαπημένε μου πατέρα
Είμαι καλά το αυτό επιθυμώ και δια Σας και όλην την οικογένειαν. Ποτέ δεν έκαμα ωραιότερο ταξίδι, δυο μέρες μέσα στο σιδερόδρομο είναι αξέχαστες για μένα. Εδώ ως έφτασα, μ’ έπιασε μια στενοχώρια, γιατί ένιωσα πόσο ήμουν μόνος μέσα σε τόσο κόσμο. Άμαξες, φωνές, πλήθος, σπίτια πανύψηλα, χιλιάδες πράματα που καθίζουν στα στήθη μου… Ώστε να συνεισφέρω, πρέπει να περάσουν μια δεκαριά μέρες. Δεν μπορεί κανείς όσο μένει στο Ηράκλειο να εννοήσει τι θα πει μεγάλη πολιτεία με τριάμισυ εκατομμύρια ανθρώπους.
Θα σας γράφω ταχτικά να μην στενοχωράστε, αγαπητέ μου πατέρα. Τα σέβη μου στη μητέρα και στην Αναστασία και Ελένη και σε όλους…

Με σεβασμό και αγάπη
Ο υιός σας
Νίκος

Παρίσι, 9 Ιουνίου 1908

Αγαπημένε μου πατέρα
Είμαι τόσο στενοχωρημένος, που θα ‘θελα να περάσω το καλοκαίρι μαζί σας. Επεθύμησα να Σας ιδώ, κάθε μέρα και μεγαλώνει μέσα μου η λαχτάρα αυτή.. Έπειτα ήθελα να σας πω ένα σχέδιο που έβαλα στο νου μου πολύ σπουδαίο – και πρέπει πολύ να μιλήσομε γι αυτό, αν θέλετε να γίνει.
Το μόνο που μ’ εμποδίζει να ‘ρθω, είναι τα έξοδα του ταξιδιού, ως 300 φράγκα, και η στενοχώρια που θα Σας δώσω όταν θα φύγω, τέλη Σεπτεμβρίου, να λείπω ένα έτος ακόμη.
Γι’ αυτό δεν ξέρω τι να σας πω. Να ‘ρθω ή να μην έρθω…
Περιμένω την απόφασή σας – ποιό νομίζετε είναι καλύτερο.

Με σεβασμό και αγάπη
Ο γιός σας
Νίκος

imageΑθήνα, 21/10/1910

Αγαπημένη μου μητέρα, Αναστασία και Ελένη
… Να μου φυλάξετε σας ξαναλέω, βαρέθηκα πια, σταφίδες και σύκα και μέλι και ό,τι λιχούδικο έχετε και να τα βάλετε στη βαλίτσα μου, όταν μεθαύριο Σας τη στείλω με τα ρούχα. Σταφίδες πολλές όμως σε Σένα αφήνω, Ελένη, την έγνοια μου αυτή. Επιτέλους κάμετέ μου τη χάρη. ´Ο,τι λιχούδικο έχετε, μη με ξεχνάτε…
Θέλω να μου γράφετε μεγάλα, απέραντα γράμματα. ´Ο,τι κάνετε, ό,τι λέτε. Που να νομίζω πως βρίσκομαι ακόμα μαζί σας… Περιμένω πολύ γρήγορα γράμμα Σας. Απέραντο. Χωριστά να μου γράφει η Ελένη και χωριστά η Ανεστασία…

Με πολλή αγάπη
Νίκος

Αθήνα

Ώστε βάνετε λοιπόν το καπελάκι Σας, βάνετε το δρόμο μπροστά Σας και γυρίζετε. Επιτέλους! Δε φαντάζεστε τη χαρά μου…
… Γράφω του πατέρα για τις σταφίδες. Ξέρεις, Μαριγώ, μου αρέσουν οι μεγάλες. Και σε παρακαλώ να μου γεμίσεις, λέει, το μεγάλο σακουλάκι. Και το μικρό να το γεμίσετε ζάχαρη. Κι αν κάματε, λέει, μουσταλευριά και σώζεται ακόμα κανένα πιάτο, μου τη στέλνετε, σ’ ένα κουτί. Με πολλή κανέλλα και σισάμι…

Με πολλή αγάπη Σας φιλώ όλους
Νίκος

Βερολίνο 1923

Αγαπημένη
Μου περιγράφεις με λόγια παθητικά την άνοιξη της Ελλάδας. Ναι, ξέρω τη σκηνοθεσία: οι μυγδαλιές ανθίζουν, οι ακακίες, οι λεμονιές, η γης γιομίζει χαμομήλι, έρχονται τα χελιδόνια. Κάθεσαι στον ήλιο, το κεφάλι σου, η ράχη σου, το μυαλό σου θερμαίνονται, νύστα αλαφρή σε κυριεύει. – Είναι η άνοιξη της Ελλάδας.
Εδώ ξεσπάει μία άλλη άνοιξη. Τα χελιδόνια εδώ είναι φριχτά, δεν μπορείς να τ’ αντικρύσεις χωρίς να σε κυριέψει τρόμος. Παράλυτοι είναι ξαπλωμένοι στα πεζοδρόμια και φωνάζουν· αξιωματικοί, στρατιώτες, χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, χωρίς μάτια, κάθουνται στις γωνιές και ζητιανεύουν. Τα μικρά παιδιά, απόξω από τα μεγάλα ξενοδοχεία μαζεύονται κι ως ανοίξει η πόρτα, χύνουνται μέσα κι αρπάζουν κάτω απ’ τα τραπέζια τα ψίχουλα.
´Ενας παλιός κόσμος γκρεμίζεται, ένας καινούργιος κόσμος ψάχνει με παράφορη ελπίδα, μέσα από το αίμα και τη δυστυχία να γεννηθεί…

Από τα «Γράμματα στη γυναίκα μου»

imageΗράκλειο 15.7.1924

… Εγώ γυρίζω στα στενά δρομάκια, τα παμπάλαια, της πολιτείας τούτης, θωρώ τα φτωχά δέντρα, τους λιοψημένους άντρες, τις άγνωστες, θερμές γυναίκες, πάω στη θάλασσα, χαίρουμαι τα κύματα, γδύνουμαι, νιώθω όλο το πέλαο σαν κυκλοφορία του αιμάτου μου, αναπνέω τον αέρα, ξαπλώνουμαι στο ζεστόν άμμο, ξέρω πως είμαι η καθαρή φωνή όλης τούτης της άναρθρης κραυγής των στοιχείων, κι η καρδιά μου, Genossin, χτυπάει, πηδάει σαν ένα πράμα ζωντανό, μικρό κι εφήμερο, υπομονετικό και παντοδύναμο.
Σας θυμούμαι σε όλες τούτες τις πικρές, ανένδοτες στιγμές. Θυμούμαι τα μάτια Σας, τη σιωπή, τα λόγια, τους ίσκιους μας απάνω στις πέτρες, όλες μας τις πορείες ανάμεσα στους γιαλούς και στα χωράφια, κι ανάμεσα στις ψυχές μας…
Κι όταν γυρίζω, βράδυ πια, από τη θάλασσα, κι είναι αρμυρά τα χείλια, τα μαλλιά μου και τα φρένα μου, συναντούμαι κρυφά σ’ ένα σπίτι με τους αρχηγούς εδώ της κομμουνιστικής κίνησης και καταρτίζουμε το σχέδιο της μελλοντικής μάχης. Είναι μια δεκαριά άνθρωποι απλοί, αμόρφωτοι, γερά μυαλά, θερμές, διάπυρες ψυχές…

Βαπόρι «Κύπρος» 18.2.1935 απόγευμα

Αγαπημένη μου Lenotschka, Αϊ Γιώργη μου!
Φάνηκαν πια τ’ ακρογιάλια της Αίγυπτος, μακριά από το φεγγίτη της καμπίνας μου ξεκρίνω μια αμυδρότατη σκούρα γραμμή. Είμαι ο μόνος επιβάτης…
… Είμαι ξαπλωμένος στην καμπίνα μου, σήμερα στα γενέθλιά μου, και συλλογούμαι να ανακεφαλαιώσω τη ζωή μου και παίρνω πάλι νέες αποφάσεις και μάχουμαι ν’ αγνίσω ακόμα τον εαυτό μου, να διώξω ελαττώματα, να τονώσω ό,τι καλό έχω, ν’ ανεβώ, πιό ανάλαφρος, πιό καθαρός, στην ολοένα μετατοπιζόμενη κορφή μου.
Κι είστε μαζί μου, ω μεγάλη Αγάπη, κι ανατριχιάζω από χαρά, ηδονή και περφάνια.

Επιστολές στην Ελένη Σαμίου

imageΘάμουν πέντε χρόνων κι ο πατέρας μου την αρχιχρονιά εκείνη μούκαμε μπουναμά, «καλή – χέρα» όπως λέμε στην Κρήτη, μια περιστρεφόμενη υδρόγεια σφαίρα κι ένα καναρίνι. Κλειούσα τα πορτοπαράθυρα της κάμαράς μου κι άφηνα το καναρίνι λέφτερο· κι αυτό συνηθούσε να κάθεται πάνω στην υδρόγεια σφαίρα κατακορφής και κελαηδούσε. Ώρες κι ώρες. Κ’ εγώ κρατούσα την αναπνοή μου και το άκουγα.
Μου φαίνεται το απλότατο αυτό περιστατικό, περισσότερο απ’ όλα τα βιβλία κι απ’ όλους τους ανθρώπους που γνώρισα αργότερα, επηρέασε τη ζωή μου. Και τώρα, γυρίζοντας τη γης αχόρταγα και καλωσορίζοντας και αποχαιρετώντας τα πάντα, νιώθω σα νάναι το κεφάλι μου η υδρόγεια σφαίρα και στην κορφή του μυαλού μου ένα καναρίνι κάθεται και κελαηδάει με το λαιμό αψηλά και δε χορταίνει.

Στη ζωή μου οι πιό μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα· από τους ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου. Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τ’ αχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, το Βούδα, το Νίτσε, τον Μπέρξονα και τον Ζορμπά. Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι, σαν το δίσκο του ήλιου, που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα· ο Βούδας, το άπατο κατάμαυρο μάτι όπου πνίγεται και λυτρώνεται ο κόσμος· ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από μερικά άλυτα φιλοσοφικά ρωτήματα που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα· ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ’ έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια· κι ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο.

( Αναφορά, σ. 441 )

*◜ ❈ ◝ ❈ ◞ ❈ ◟ ❈ ◜ ❈ ◝*

Από το βιβλίο «Νίκος Καζαντζάκης 1883-1957»
Έκδοση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου.

Advertisements
This entry was posted in ΓΕΝΙΚΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s