Νίκος Καζαντζάκης. «Οφις και Κρίνο» 🍃 🍂


image3 του Μάη.

Είμαι κάπως ησυχότερος σήμερα. Δεν θάλθει απόψε. Την ποθώ και την φοβούμαι. Είναι παράξενο τι αισθάνομαι γι’ αυτή. Για το ευλύγιστο αυτό σώμα και τα μεγάλα μάτια και τα κόκκινα, τα αιματωμένα χείλη.
Ένα βράδυ εκάθησα λυπημένος σ’ έναν κήπο έξω από την πόλη. ´Ενοιωθα πως κάποιον επερίμενεν η ψυχή μου. Έστρεψα το κεφάλι και την είδα. Γελαστή και όμορφη ερχόταν κάτω από τα δένδρα. Κάποιο χέρι μ’ έσπρωξε. Ω, το θυμούμαι· κάποιο χέρι παντοδύναμο μ’ έσπρωξε. Και της σίμωσα και της είπα τ’ όνομά μου – όνομα γνωστό καλλιτέχνη – και την παρακάλεσα να μ’ αφήσει να την ζωγραφίσω.
Την αγάπησα και μ’ αγάπησε. Το αιώνιο, το μονότονο, το παναρμόνιο τραγούδι!
Και τώρα θέλω νάρχεται και να γέρνει απάνω μου το σώμα αυτό με τα μεγάλα μάτια και τα αιματωμένα χείλη και να γεμίζει το δωμάτιό μου με το μεθύσι και το φοβέρισμα της ευτυχίας. Νάρχεται και να παραλύνει τα νεύρα μου όλα, και να χλωμιάζει το κορμί μου με το εκνευριστικό και θανατηφόρο χάϊδεμα των πόθων. Εκεί που με φιλεί νοιώθω μέρες ολόκληρες πόνο – σαν καηματιά. – Τρέχουν από τα χείλη της μέσα στα χείλη μου φαρμακερές γλυκάδες και παραλυούν τη σκέψη μου όλη και όλη μου τη σάρκα.
´Οταν φεύγει και πιάνω να ζωγραφίσω κάτι αλλόκοτες κι εξωτικές γραμμές ξεφεύγουν από το χέρι μου, κάποιες ακόλαστες ενώσεις λευκοτήτων και σκιών και παραληρήματα χρωμάτων. Θάλασσες απέραντες κι ασάλευτες, νέφαλα μ’ αλλόκοτο σχήμα, που τρέχουνε στον ουρανό και κατεβαίνουν στον ορίζοντα και σκοτεινιάζουν παράξενους, μεγάλους ήλιους που βασιλεύουν…

5 του Μάη.

Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και τόξερα πως θάλθεις. Και σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γη τον χειμώνα παγωμένη κι έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου. Στο διάβα Σου ανοίγονται κι ανθούν κι ευωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω από τα πόδια Σου φυτρώνει και χαμογελά το χρώμα της ελπίδας. Η αναπνοή Σου θερμή και παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω από την ψυχή μου και ξυπνούν από τη νάρκη των ανέρωτων χειμώνων τα όνειρά μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σου χαμογελούν. Τόξεραν πως θάλθεις. Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Εσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια, βασίλισσα μέσα στην ψυχή μου.
Αγάλια, αγάλια προχωρείς μέσα στην ψυχή μου με την περηφάνεια των ρόδων και τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών μενεξέδων. Κι ένα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί μου. Το νοιώθω – είσαι η Άνοιξη Εσύ ω Εκλεχτή και ω Ευλογημένη, και είμαι εγώ η γη, η μεγάλη και ακόλαστη μητέρα – που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει.

11 Ιουνίου.

Με την άγιαν αίγλη των θαυμάτων και τον φωτοστέφανο του υπερκόσμου λάμπεις οληνυχτίς μεσ’ στην καρδιά μου. Σαν τον Θεό στη φλεγομένη βάτο του Χωρήβ.
Η αγάπη Σου σαν ασημένιο χάδι φεγγαριού ντύνει με ηρεμία και με φως την ψυχή μου. ´Οταν Σε βλέπω κάποιο βάρος λυγίζει τα γόνατά μου, άθελα σμίγουν τα χέρια μου και η ψυχή μου όλη μπροστά Σου ανοίγει – έτσι ανοίγει το λουλούδι όταν το ιδεί ο ήλιος.
Αναλυούμαι όλος σε προσευχή και σ’ έκσταση και τα χείλη χλωμιάζουν από τους ύμνους. Είναι θρησκεία ό,τι νοιώθω για Σένα και μ’ έρχεται απάνω στα ψηλά βουνά που κουβεντιάζουν μυστικά με τον ουρανό, ν’ ανεβαίνω κάθε πρωί, την ώρα που το ξημέρωμα ωσάν αγάπη ροδίζει τις κορφές – ν’ ανεβαίνω και να γονατίζω και να Σ’ επικαλούμαι.

22 Αυγούστου.

Γονατίζω μπροστά σου, ω Εκλεχτή της ψυχής μου και Σε παρακαλώ.
Δώσε μου από την αχάραχτη γαλήνη που κοιμάται και χαμογελά στο μέτωπό σου κι από την ηρεμία τη μεγαλόπρεπη των κινημάτων Σου κι από το σεληνόφως που σκορπά ήρεμη και λευκή και βασίλισσα των νυχτών η ψυχή Σου. Σκύβω στα μάτια Σου τ’ αμίλητα και Σε παρακαλώ.
Που βρίσκονται λοιπόν τόσοι κόσμοι σιγής και γαλήνης που πλένε και χαμογελούν στα μάτια Σου τα μεγάλα; Σκύβω απάνω των και κυττάζω. Οι σκέψεις Σου σαν ήμερα κρίνα γέρνουν και συλλογούνται στις ατάραχτες λίμνες των ματιών Σου. Παράξενοι ουρανοί χωρίς βροντές και νέφελα μόνο γεμάτοι φως και αρμονία – γεμάτοι Θεό – καθρεφτίζονται και κρυφομιλούν στα νερά των ματιών Σου. Εκεί φωληάζει, το νοιώθω, το αίνιγμα της ευτυχίας και το μυστήριο της γαλήνης που χύνεται στις λίμνες το βράδυ όταν αναλύεται το φως πέρα στη δύση και σκεπάζει τα νερά. Στα μάτια Σου πλένε μεγάλα καράβια ξεκινημένα από άλλους κόσμους φορτωμένα με φως και με λευκά τραγούδια και με κρίνα μυστικά. ´Ενας άγγελος λευκοντυμένος στέκεται στην πλώρη μ’ ανοιγμένα τα φτερά. Δεν μιλεί, δεν γελά, αγάλια αγάλια μόνο γλυστρά και χάνεται μέσα στην ψυχή Σου – ω απέραντη Θάλασσα και ω Γαλήνη!
Ω μην κλεις τα μάτια Σου όταν Σε φιλώ. Θέλω να ιδώ τι λένε οι άγγελοι την ώρα που κατεβάζεις τα βλέφαρα φορτωμένα από φιλιά και πως ναυαγούν και σπούνε τα καράβια στην τρικυμιά την άγρια που σηκώνει στα μάτια Σου η καταιγίδα των επιθυμιών μου.

image25 Αυγούστου.

Τι ήθελε; Γιατί απόψε που εγύριζα τόσον ήσυχος στο ατελιέ μου, να την εύρω γελαστή και όμορφη, γεμάτη σάρκες, με χείλη εξογκωμένα από το πλήθος των φιλιών;
Γιατί νάλθεις απόψε που ήμουν τόσο νεκρός;
Α! Θέλεις φιλιά, αγάπη μου; Θέλεις φιλιά; Να κλείσομε τα παράθυρα γιατί φοβούμαι. Φοβούμαι τα άστρα που γελούν εκεί πάνω και πεθαίνουν και τα λόγια φοβούμαι που λένε τα δένδρα. Γιατί είμαι ωχρός; Θέλεις να μάθεις γιατί είμαι ωχρός, αγάπη μου; Είμαι νεκρός. Τώρα γυρίζω από τους τάφους. Και ήλθα να Σε φιλήσω και να Σε κυριαρχήσω όλη. ´Ελα, δώσε μου την ψυχή Σου και δώσε μου τα χείλη Σου να τα φαρμακώσω απόψε. Θα Σου πω τα μυστήρια των τάφων και θα Σου δείξω, ώ εκλεχτή μου, ό,τι βλέπουν οι τρύπες των ματιών που ολημερίς κυττάζουν κάτω στο χώμα. Τρελλός! Με νομίζεις τρελλό; Η γη σαν νάναι γυάλινη και βλέπω όλα τα κόκκαλα κι όλους τους νεκρούς με σταυρωμένα χέρια να κοίτονται και να σαπίζουν. Εχω καλύτερα μάτια από Σένα! Και τα μέτωπα σαν νάναι κρύσταλλο και βλέπω τον μηχανισμό των σκέψεων και τα ελατήρια όλα και όλη τη φρίκη.
Μ’ εννοείς; Όχι; Ω αγάπη μου! Σ’ αγαπώ και φοβούμαι. Θέλω να μου δοθείς όλη, όλη, όλο Σου το παρελθόν και το παρόν και όλο Σου το μέλλον και να σμίξομε μαζί και να κρυφτώ στο κορμί σου και να χαθώ και να μη βλέπω. Να μη βλέπω τον μεγάλον ίσκιο που κάθεται από πάνω μου και σκοτεινιάζει την ψυχή μου. Βλέπεις; Σαν νάναι μιά φτερούγα ολόμαυρη που ανοίγεται γιγάντια κι απλώνεται απάνω από τα κεφάλια μας.
Ω κρύψε με και θέρμανέ με και φίλιε με, ω Δύστυχη, γιατί φοβούμαι. . .γιατί φοβούμαι. . .

26 Αυγούστου.

Α Δύστυχη κι ανήξερη νάβλεπες τι κρύβω στην καρδιά μου! Έφυγες χθες μεσάνυχτα κι ήσουν ευτυχής και κουρασμένη. Σ’ εκύτταζα απαρηγόρητος όταν έφευγες – ήμουν στο παράθυρο κι εκύτταζα. Είδα το σώμα Σου να ξεδιαλύνει λευκό μέσα στη νύχτα, άκουσα τα βήματά Σου σιγά, σιγά, να χάνονται και τη λευκότητά Σου είδα να σβύνει.
Κι ήμουν απαρηγόρητος κι όταν Σ’ έχασα μέσα στη νύχτα δεν ξέρω γιατί κατέβηκα στον κήπο κάτω κι εμάδησα όλα τα ρόδα.

27 Σεπτεμβρίου.

Σε κυττάζω. Και μου φαίνεται – μου φαίνεται ω Ακόρεστη και ω Γυναίκα πως αν σκορπίσω την αγάπη μου απάνω στην γη θα γονιμοποιηθεί το στείρο χώμα – και θα συλλάβει και θα γεννοβολήσει ρόδα κόκκινα και παπαρούνες και περιπλοκάδες και κισσούς.

30 Σεπτεμβρίου.

Κι αν όλο το σώμα μου παραδοθεί κι αν ανατριχιάσει όλο από τα χάδια Σου, ω Πολυαγαπημένη, κι αν όλο το σώμα μου βαφτιστεί στον ίδρο της ηδονής και των οργίων – το μέτωπό μου θάναι στεγνό, μακρυά από την γιορτή του κορμιού, χωρίς ηδονή και χωρίς έκπληξη, αγέλαστο και λυπημένο. . .

5 Οκτωβρίου.

Στέκω και Σε κυττάζω. Και μισώ τη λευκότητα του μετώπου Σου και την αθωότητα την απροσμέτρητη των ματιών Σου. Είσαι λευκή και πληγώνεις τα μάτια μου. Και θέλω να σκύψω ανίλεως και ν’ αφήσω την ψυχή μου να διαβεί απάνω Σου και να χαράξει με ρυτίδες την ψυχή Σου. Θέλω να αιματώσω την καρδιά Σου με το αίμα των πληγωμένων κι απαρηγόρητων ελπίδων και με το σπάραγμα το αγιάτρευτο των απελπισμένων στοχασμών.
Είσαι λευκή και πληγώνεις τα μάτια μου!

12 Οκτωβρίου.

Εφυλλορόησεν η άνοιξη κι έσβυσε το θέρος της αγάπης μας και γέρνουν οι ιτιές κάτω στον ποταμό και γροικούνται οι θρήνοι μέσα στα δάση. Κάποιο προαίσθημα βαραίνει τα δένδρα. ´Ενα φθινόπωρο βαραίνει την καρδιά μου. Κι όταν η ανάμνησή σου διαβαίνει απάνω στην ψυχή μου θρηνεί στο διάβα της κάποιο τρίξιμο απελπισμένων ονείρων που κοίτονται χάμαι και κλαίνε – σαν τα φύλλα που ριγμένα χάμαι στην γη φωνάζουν από τον πόνο όταν διαβαίνομεν απάνω των και τα πατούμε.

25 του Μάρτη.

Κάθομαι και συλλογούμαι στον μαδημένο κήπο. Η νύχτα αρχίζει να χύνεται απάνω στα δένδρα. Στον ουρανό τ’ άστρα βάνουν αρχή ν’ ανοίγουν. Η χαρά πλειά πένθιμη τώρα εσταμάτησε στον λαιμό μου. Η θάλασσα από μακρυά τραγουδεί την ηδονή του θανάτου. Μυστηριώδης φλογέρα σέρνει στον ουρανό τα άστρα. Πάνω σ’ όλες τις κορφές απλώνεται η ηρεμία και τα φύλλα των δένδρων μιλούν αγάλι αγάλι…
Ω Δύστυχη! Δύστυχη! Μ’ έρχεται να φύγω και να κρυφτώ στα βάθη των δασών και να ξαπλωθώ χάμαι στην γη και ν’ αφήσω τα δάκρυά μου να τρέξουνε, να τρέξουνε για Σένα, που Σου ήταν γραφτό να με γνωρίσεις! . . .

imageΕδώ ετελείωνε το ημερολόγιο της καρδιάς του δυστυχή φίλου μου – του μεγάλου καλλιτέχνη – γραμμένο άνω κάτω σε σκόρπια φύλλα με νευρικά κι ακανόνιστα γράμματα.
Ο υπηρέτης ήλθεν ένα πρωί τρομαγμένος και μου φώναξε να τρέξω στην έπαυλη του φίλου μου. Υπόπτευσα δυστύχημα γιατί εγνώριζα τον φίλο μου και την αγάπη του. Εσπάσαμε τη πόρτα του δωματίου και μια πνιχτική μυρωδιά λουλουδιώ μας επερίχυσε. Άνοιξα γρήγορα τα παράθυρα και τις πόρτες.
Φοβερό θέαμα! Εκείνη είχε συρθεί ίσα με το παράθυρο για να τ’ ανοίξει φαίνεται. Τα λουλούδια στα πόδια της, κάτω από το παράθυρο ήσαν πατημένα, ζουλισμένα τα δάχτυλά της ήσαν αιματωμένα – όλα έδειχναν πως επάλεψεν απελπισμένα η δύστυχη ν’ ανοίξει το παράθυρο και ν’ αναπνεύσει – μα εκείνος δεν την αφήκε.
Κι είχε πέσει χλωμή κι εξαντλημένη με τα μάτια μεγαλωμένα από τον τρόμον. ´Ενας σπασμός φρίκης και φόβου – και μίσους – παραμόρφωνε το όμορφο, το αγνό της πρόσωπο. Και το λιγερό της σώμα είχε ξαπλωθεί απελπισμένο και νεκρό απάνω στα λουλούδια. Εκείνος μ’ ένα ήρεμο χαμόγελο είχε ξαπλωθεί χάμαι στο πλάϊ κι είχε ρίξει τα χέρια του μ’ ένα κίνημα ανέκφραστο αγάπης γύρω στον λαιμό της.

Αποπάνω των ήτο κρεμασμένη μιά αλλόκοτη εικόνα που έδειχνε τον θλιβερό δρόμο πούχε πάρει τελευταία η σκέψη του δυστυχή και μεγάλου καλλιτέχνη.
Μιά μεγάλη έρημος κι ο ήλιος εβασίλευεν ολοκόκκινος κι αιμάτωνε τον ουρανό. Κι ένας όφις πελώριος ξετυλισσόταν κι έτρεχεν απάνω στην άμμο. Και στο στόμα του που έτρεχεν φαρμάκι κρατούσε κι εχάϊδευε κι εδάγκωνε ένα μικρό, κάτασπρο και μαραμένο κρίνο.

🌿
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη
«Οφις και Κρίνο»
Πρώτη έκδοση 1906
Δεύτερη έκδοση 1974
( εκδόσεις Ελένη Καζαντζάκη 1974 )

Πίνακες: Christian Schloe

Advertisements
This entry was posted in ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

2 Responses to Νίκος Καζαντζάκης. «Οφις και Κρίνο» 🍃 🍂

  1. Ο/Η iro λέει:

    Έξοχο!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Σχολιάστε!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s