Ποίηση: Αλεξάνδρα Μπακονίκα


imageΗ Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Φοίτησε στην Ιατρική σχολή του Α.Π.Θ. χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Πρώτη φορά δημοσίευσε ποιήματά της στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983. Έχει εκδώσει τις εξής ποιητικές συλλογές: «Ανοικτή Γραμμή» «Το Γυμνό Ζευγάρι» «Lovers and Lairs»
«Θείο Κορμί» «Μαυλιστικά» «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας» «Ηδονή και Εξουσία» «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων».

imageΠοιήματά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά: Τραμ, Παρατηρητής, Εντευκτήριο, Ένεκεν, Παρέμβαση, Πανδώρα, Ρεύματα, δέκατα, Πάροδος, Γραφή. Το έργο της παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το 1994. Επίσης, το 1996 προσκεκλημένη από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στο Λονδίνο μαζί με άλλους ομότεχνούς της, συμμετείχε στο Συμπόσιο για τη σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, όπου και παρουσιάστηκε το έργο της. Εκτός από την αγγλική μετάφραση επιλεγμένων ποιημάτων της με τον τίτλο «Lovers and Lairs», ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά, Σουηδικά, και Αλβανικά.
( εργοβιογραφία )

image

Η μυρωδιά.

Σε όλο τον όροφο που ήταν το γραφείο σου
υπήρχε μόνιμα μια ιδιαίτερη, μεθυστική μυρωδιά
– ίσως από προϊόντα κάποιας αντιπροσωπίας μέσα στο κτίριο.
Κάθε φορά που περπατούσα στο διάδρομο
μέχρι την πόρτα σου,
η μυρωδιά μου φούντωνε τον αισθησιασμό,
φούντωνε το ήδη ανεξέλεγκτο καρδιοχτύπι μου
να με υποδεχτείς, σφιχτά να με αγκαλιάσεις.
. . .
Πιο μεθυστική μυρωδιά στη ζωή μου δεν θυμάμαι.

image

Στην αγορά.

Περπάτησα μαζί της μέχρι το κοσμηματοπωλείο της
στην πλατεία Άθωνος.
Και στην αγορά Μοδιάνο και στο Καπάνι
που περάσαμε, κάποιοι πωλητές
με ασυγκράτητο λίγωμα στη φωνή τους
την πείραξαν.
. . .
«Μαγεύτρα είσαι, χαλνάς, κομματιάζεις κόσμο»
ένας από τους πρώτους της φώναξε.
. . .
Έφαγε τη ζωή με το κουτάλι,
μέστωσε στην ηλικία,
και απ’ όπου περάσει, αυτό το λίγωμα
στη φωνή των ανδρών σαν αύρα την ακολουθεί.

image

Σε έμαθα.

Το χέρι σου, με καθένα από τα δάκτυλα
ελάχιστα ανοιγμένα, είναι ακουμπισμένο
πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο.
. . .
Λίγο πολύ σε έμαθα,
μετά από τόσα γεγονότα λίγο πολύ πλησίασα
την υφή του χαρακτήρα σου.
Δεν έχει ταίρι ο αυθορμητισμός
και η σεξουαλικότητά σου,
αλλά και η οξύνοια, οι βαθυστόχαστες σκέψεις σου
ούτε μου διαφεύγει κάποια ροπή σου
για μελαγχολία.
. . .
Θα ταραχτώ αν
κοιτάξω το χέρι σου
που ακουμπά στο τραπεζομάντιλο,
γιατί το χέρι σχετίζεται πολύ με τη σεξουαλικότητα.

image

Στο δωμάτιό του.

Όποιο περιοδικό ήθελε θα της το χάριζε,
αλλά έπρεπε ν’ ανεβεί στο δωμάτιό του,
να διαλέξει μόνη της.
Τα περιοδικά δεν την ενδιέφεραν,
από ματαιοδοξία τον ακολούθησε
-να καταλάβει αν σαν γυναίκα
τον τραβούσε ακόμη.
Γεμάτος φροντίδα κατέβασε τα περιοδικά
από ένα ψηλό ράφι,
και τ’ άπλωνε στο καθαρό σεντόνι
του κρεβατιού του να διαλέξει.
Τον έκαιγε ο πόθος
και δεν τολμούσε να εκδηλωθεί,
να την αγγίξει.
Μαζί με τα εξώφυλλα
της άπλωνε την υποταγή,
την τρυφερότητά του, να διαλέξει.

image

Ενθυμήματα.

Του έκανε δώρο δύο κάστανα φτιαγμένα από ορείχαλκο
-στο κανονικό τους μέγεθος-
δώρο διακοσμητικό για τη βιβλιοθήκη του.
. . .
Μετά από χρόνια εκείνη τον εγκατέλειψε.
Έμεινε απαρηγόρητος,
πέρασε τον τρισκατάρατο τυφώνα του χωρισμού.
. . .
Κι όμως δεν είναι λίγες οι φορές
που οι καμπύλες από τα δύο κάστανα
-πάντα στο ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης-
με αποχαύνωση του θυμίζουν
κάτι από τις πανέμορφες καμπύλες της,
τις καμπύλες στο στήθος και τη ρώγα.
. . .
Η παραμυθία της αποχαύνωσης.
Τα κάστανα από ορείχαλκο
ανεκτίμητα ενθυμήματα.

image

Ήττα.

Ίσως επειδή ένιωσε οικειότητα
-το φιλικό γεύμα ήταν μόνο για γυναίκες-
μίλησε για ό,τι πιο μύχιο τη βασάνιζε:
«Αξιολύπητη ήττα η μοναξιά μου.
Η χειρότερη ώρα είναι το πρωί,
η απελπισία κάνει κουμάντο.
. . .
Διαχειρίζομαι το πιο σκληρό,
διαχειρίζομαι τον πόνο της μοναξιάς.»

image

Κάθε είδους.

Στη ζωή ένα γύρο να κάνεις
οι ματαιοδοξίες μπόλικες, κάθε είδους,
ακόμη κι από ανθρώπους που δεν το περιμένεις,
διαλαλούν την πραμάτεια τους,
περιφέρουν την ευτέλειά τους.
Ματαιοδοξίες που δεν συμμαζεύονται,
επιθετικές, κακόβουλες.

image

Νύχτα.

Κατά μήκος του στενού πεζόδρομου
μπαρ και καφετέριες.
Καθώς πίνει το ποτό της
διακρίνει στο απέναντι μπαρ την αγάπη της.
Η ψιλόλιγνη κορμοστασιά του
μετακινείται ανάμεσα στα υπαίθρια τραπέζια
για να μιλήσει με φίλους του.
Μέσα στο πλήθος εκείνος δεν την βλέπει.
Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,
όμως δεν θα πάει κοντά του,
πριν από ένα χρόνο την παράτησε.
Στον πανέμορφο πεζόδρομο
με τα φώτα, τις σκιές και τους θαμώνες
μένει καθηλωμένη στη μοναξιά της.

image

Να τους προλάβω.

Στο μεγάλο εμπορικό κέντρο έξω από την πόλη,
είδα μακριά μέσα στο πλήθος τους φίλους μου
-ζευγάρι, άνδρας και γυναίκα.
Αψεγάδιαστη, εκλεκτή η φιλία μας,
απλόχερα θαλπωρή μου έδινε.
Όπως από τη δίψα με φόρα τρέχεις στην καθαρή πηγή,
έτσι έκανα αγώνα δρόμου για να τους προλάβω
πριν χαθούν σε στοές και καταστήματα.
Να γεμίσω με θαλπωρή ήθελα.
. . .
Όπως από τη δίψα με φόρα τρέχεις
στην καθαρή πηγή.

image

Το κρησφύγετο.

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν,
γιατί όταν μπήκα-απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.
Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.

image

Οι θαμώνες στο στέκι.

Σκαρφαλωμένο στην αρχή του δάσους
κάτω από ψάθες και πολύχρωμα λαμπιόνια
ήταν το στέκι που έχει θέα
το βουνό και τη θάλασσα.
Με ανοιχτές αγκάλες με υποδέχτηκαν
όταν ανέβηκα, μαζί τους άρχιζε η σύναξη της νύχτας.
. . .
Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι , αγαπημένε μου,
ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει
και υποβάλλει, η σάρκα που εξευγενίζει
χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει.

image

Το βιβλίο.

Το καφέ βιβλίο με το χοντρό κάλυμμα
έχει τα ποιήματα που αγαπάω,
τα ποιήματα που λένε ιστορίες
για ηδονική σαγήνη, φθορά
και μοιραίους έρωτες.
Σέρνω μαζί μου αυτό το βιβλίο,
το χρώμα του που αρχίζει να ξεβάφει
έχει δεθεί μες στο μυαλό μου
με την απόχρωση της σάρκας τους
που αποθεώνεται στους στίχους.

image

Η επισκέπτρια.

Με τον αέρα της λιγερής και ωραίας γυναίκας
προχωρούσε στο διάδρομο της μεγάλης επιχείρησης.
Γνώριζε αρκετά καλά τον διευθυντή
από κύκλους και δεξιώσεις.
Με αυτοπεποίθηση και φόρα
μπήκε στο γραφείο του
-η πόρτα ήταν μισάνοικτη-
κάτι να ζητήσει.
Την έβγαλε έξω με άγριες φωνές,
επειδή δεν έκλεισε την πόρτα.
Εξάλλου στους χώρους της εξουσίας
μπαίνουν με κάποιο σεβασμό,
με κάποια συστολή.
. . .
Όταν στις δεξιώσεις τής έκανε τα γλυκά μάτια,
ούτε μια ελάχιστη ελπίδα δεν του έδινε.
Γι’ αυτό σαν δηλητήριο εναντίον της
οι άγριες φωνές του.

image

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα οριοθετεί, εδώ και εικοσιοκτώ χρόνια, στον χώρο της ποίησης, ένα ιδιαιτέρως προσωπικό λεκτικό και νοητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται με ακρίβεια και λιτότητα τέτοια και τόση που δεν ξαφνιάζει δυσάρεστα, τουναντίον ανακουφίζει, άμα τη αποκάλυψει της ταυτότητάς του. Iδιον χαρακτηριστικό δημιουργών που καθιερώνονται στον χώρο της τέχνης με τη σταθερή παρουσία τους και πιστότητα στην ουσία του λόγου και όχι στην τυχαιότητα των όποιων συγκυριών τους προσφέρονται ή επιδιώκουν μετά μανίας.

image

Προσηλωμένη στο ερωτικό. Μελετητήτρια των κινήσεων της ηδονής. Σκηνοθέτιδα των κινήσεων της σάρκας. Πειθαρχημένη στην ολιγόστιχη φόρμα. Πιστή στις ευθυτενείς εκφράσεις. Στακάτη στην εκφορά του λόγου. Αυθεντικά βιωματική στις σκηνές. Εξαιρετική αφηγηματογράφος αλλότριων παθών. Επίμονη παρατηρήτρια ίδιων και ετέρων έξεων. Κυρίως όμως η Μπακονίκα είναι λάτρης της ρεαλιστικής και περιγραφικής ανατομίας του χωροχρόνου. Καδράρει τη σκηνή της δίχως εξωραϊσμούς και περιττές πληροφορίες, επιτυγχάνοντας έτσι στο μέγιστο την αμεσότητα της πράξης που αφηγείται.

Καταργεί ακαριαία τη διάσταση μεταξύ της πραγματικότητας του στίχου και της φαντασίας του αναγνώστη, καθιστώντας τον αυτουργό της πράξης. Στον αναγνώστη η πρόσληψη της ποιητικής στιγμής υπεισέρχεται αυτόματα με την ανάγνωση του ποιήματος χωρίς τα ενδιάμεσα διαστήματα σκέψης ή φαντασίας. Το σκηνικό δίδεται αυστηρά από τη δημιουργό και δεν επιτρέπει περαιτέρω παρεκκλίσεις. Η θεατρικότητα αναδύεται σε λίγους μόνο στίχους. Εδώ έγκειται και η τεχνική της ποιητικής της τέχνης.

Στον χώρο της ποίησής της, η Μπακονίκα φαίνεται να υπεισέρχεται σαν παρατηρητής που ανατέμνει τα γεγονότα μέσα από μια διαθλασμένη οπτική γωνία, την οποία αφηγείται εκ νέου φωτίζοντας τις λεπτομέρειες με σκηνογραφική μαεστρία τόσο σε επίπεδο χωροχρόνου, όσο και σε επίπεδο συναισθημάτων. Το λημέρι των αισθήσεων λειτουργεί ως πλαίσιο που αποκαλύπτεται το τραγικό στη διττή του υπόσταση, την ερωτική και την κοινωνική. Η ωμότητα με την οποία περιγράφονται συμπεριφορές ανθρώπινες, είτε στο κρεβάτι είτε στον χώρο εργασίας, δεν αφορμάται από τη διάθεση της ποιήτριας να γίνει ωμή αλλά κυρίως από τη βαθιά της πεποίθηση πως οι άνθρωποι οι ίδιοι, άλλοτε εκ φύσεως, άλλοτε εκ πεποιθήσεως είναι ωμοί.

Αναστασία Γκίτση
gkitsi@me.com

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΙΗΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.

3 Responses to Ποίηση: Αλεξάνδρα Μπακονίκα

  1. Ο/Η Μαρία λέει:

    Στο τραπέζι της μεγάλης παρέας
    κάθησα ανάμεσά τους,
    με ήθελαν και οι δύο, ήθελα και τους δύο
    -δεν ξέρω ποιον περισσότερο.
    Η νύχτα θα περνούσε μ’ αυτή την επιθυμία
    που δεν θα γινόταν ποτέ πράξη.
    Κι όμως κανείς όσο εμείς οι τρεις
    δεν σκόρπισε τόσο κέφι εκείνο το βράδυ.

    …….
    Δυο άντρες
    Από τη συλλογή «Γυμνό ζευγάρι»

    ***** ❤

  2. Ο/Η iro λέει:

    Απλά υπέροχη η ποιήτρια!!! Μπράβο Έλενα!!!

  3. Ο/Η Μαρία λέει:

    Η Αλεξάνδρα είναι αγαπημένη μου γιατί περιγράφει στιγμές και συναισθήματα που όλοι, λίγο πολύ, έχουμε νιώσει και βιώσει στην καθημερινότητά μας. Επίσης, μου αρέσει πολύ το ύφος της, λιτό, απλό, που μεταφέρει τόσο εύστοχα αυτές τις συγκινήσεις μέσα μας. Δείτε το παρακάτω:

    …….

    Ό,τι κι αν οδήγησες,
    βέσπα, κοινό αυτοκίνητο, και τώρα τζιπ,
    το πρόσφατο απόκτημά σου-
    κατοχυρώνονται, γίνονται φετίχ για μένα.
    Τα τζιπ που κυκλοφορούν
    και τόσο μοιάζουν με το δικό σου
    μου προκαλούν ανασκιρτήματα.
    Από μακριά χαϊδεύω τις λαμαρίνες τους,
    το σκαλοπατάκι της πόρτας και τα χοντρά λάστιχα.
    Ο φετιχισμός με κατέλαβε και συνυπάρχουμε,
    καταθρονιάστηκε μέσα μου.
    Τέτοιες μυσταγωγίες δεν διανοούμαι να καταπνίξω.

    ……
    Φετίχ
    Αλεξάνδρα Μπακονίκα
    (Παρακαταθήκη ηδυπάθειας)

Σχολιάστε!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s