William Shakespeare, Ερωτευμένοι!


Χείλια μου αγνά, σφραγίδες που το στόμα το απαλό μου

σφραγίσατε, τι συμφωνία για πάντα να Σας κάνω;

Να σας πουλήσω δέχομαι φτηνά τον εαυτό μου,

να ΄ναι η δοσοληψία καλή, κέρδος καλό από πάνω,

και για να μη γελιέσαι κι απ’  απάτες να γλιτώνεις

στο βουλοκέρι των χειλιών μου ο ίδιος να βουλώνεις.

—-

«Χίλια φιλιά αγοράζεις την καρδιά μου· να ξοφλάς

με τη βολή Σου, ένα ένα, τι ‘ναι δα για σε

δέκα επαφές από εκατό; Μην ενώ τα μετράς

δε φύγαν κιόλα; Ακόμα κι αν κρατάει το βερεσέ

κι ακόμη κι αν ας πούμε αυτό το χρέος διπλασιαστεί,

είκοσι εκατοστές φιλιά ζημιά είναι τρομερή;»

—-

Ε, καληνύχτα να σου πω και να μου πεις κι Εσύ

και για το καληνύχτισμα Σου δίνω ένα φιλί.

Καλή Σου νύχτα, λέει, και πριν κι αυτό το χαίρε ειπεί

του χωρισμού ξοφλιέται η ζαχαρένια πληρωμή:

τον λαιμό του τα μπράτσα της έτσι σφιχταγκαλιάζουν

που πρόσωπο με πρόσωπο σαν ένα σώμα μοιάζουν.

Κι αυτός, πασκίζοντας χωρίς πνοή να ξεκολλήσει

το κοραλλένιο με τη θεία αμβροσία στόμα

κι αυτή, απ’  τα διψασμένα χείλια της να μην τ’  αφήσει

που όσο ξεδίψαγαν τόσο έκλαιαν πως διψάν ακόμα,

αυτός από το βάρος της, αυτή λαχταρισμένη

χάμω με χείλια κολλητά βρέθηκαν ξαπλωμένοι.

—-

Ο αψύς ο πόθος άρπαξε τη λεία που παραδόθη

και χάφτει λαίμαργα χωρίς καθόλου να χορταίνει·

τα υποταγμένα χείλια του πληρώνουν όσα κι ό,τι

λύτρα ζητήσει ο βιαστής· κι όλο η τιμή ανεβαίνει,

γιατί ο αρπαχτικός της νους θέλει όλον να τραβήξει

τον θησαυρό απ’  τα χείλια του κι αυτά να τα ρουφήξει.

—-

Κι όσο τη γλύκα νιώθει απ’  τη ρεμούλα, τόσο αρπάζει

και με μανία θεότυφλη χάφτει, καταβροχθίζει·

η όψη της καίγεται κι αχνίζει, το αίμα της κοχλάζει

θρασιά λαγνεία σ’  απελπισμένη τόλμη την κεντρίζει,

στη λήθη βάζει δύναμη, κλοτσάει το λογικό,

δεν ξέρει αγνό, χρώμα ντροπής, τιμής αφανισμό.

—-

Στο σφιχταγκάλιασμα της καίει, απόκαμε πια, σκάζει,

σαν αγριοπούλι με πολύ παίδεμα δαμασμένο,

ή λάφι που το κυνηγάν και τρέχει και λαφάζει,

ή νήπιο δύστροπο με τα κανάκια μωρωμένο·

της υποτάσσεται και πια δεν κάνει αντίσταση,

κι αυτή παίρνει όλα που μπορεί, μα όχι όλα που ποθεί.

Ποιο κερί κι όσο πηχτό στη ζεστασιά δε λιώνει;

και τέλος δεν υποχωρεί στην αλαφριά πίεση του;

Η αποκοτιά συχνά τα πιο ανέλπιστα κατορθώνει,

ιδίως στον έρωτα, που ορμάει πέρα απ’  την εντολή του.

Η αγάπη δε λιγοψυχάει σαν τον δειλόν που τρέμει,

παρ’  όσο βρίσκει αντίσταση, τόσο και πιο επιμένει.

Κι αν θύμωσε; Μ’  αν τότε αυτή έλεγε «ας τ’  αφήσω»,

δε θα ‘χε από τα χείλη του τέτοιο νέχταρ βυζάξει.

Βρισιές, θυμοί, τον εραστή ας μην τον κάνουν πίσω,

δρέπουμε ρόδα, ποιον ποτέ τ’  αγκάθι ‘χει πειράξει;

Η καλλονή κι αν μ’  είκοσι κλειδιά ‘ναι αποκλεισμένη

τ’  ανοίγει ο έρως όλα και στην κάμαρα της μπαίνει.

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΙΗΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s